αλεπου Vulpes Vulpes

Published on September 27th, 2012 | by Kynoclub

0

Αλεπού – Vulpes Vulpes

Γνωρίσματα

Γκριζοκαφέ ζώο με μακριά και φουντωτή ουρά

Ένα ζώο το οποίο συγκεντρώνει την προσοχή μεγάλης μερίδας της κοινωνίας μας για διαφορετικούς λόγους. Για τους κατοίκους αγροτικών περιοχών και τους πτηνοκτηνοτρόφους αποτελεί εχθρό, για τους κυνηγούς αποτελεί ανταγωνιστή  που ευθύνεται για τη συρρίκνωση των πληθυσμών ορισμένων  θηραματικών ειδών, για τους καλλιεργητές είναι σύμμαχος στον περιορισμό των ζημιών από τα ποντίκια και για τους «οικολόγους» έχει αναχθεί σε προστατευτέο είδος. Που βρίσκεται η αλήθεια; Όπως πάντα κάπου στη μέση.

Η επιστήμη της οικολογίας δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίζει όλες τις περιπτώσεις κατά τον ίδιο τρόπο. Δεν χωρούν αφορισμοί ούτε γενικολογίες. Κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη και ως τέτοια πρέπει να μελετηθεί και να αντιμετωπιστεί. Βασική προϋπόθεση είναι η καλή γνώση της βιολογίας, της συμπεριφοράς και των παραγόντων που επηρεάζουν τις αυξομοιώσεις των πληθυσμών της αλεπούς και των πληθυσμών των θυμάτων της. Επόμενο στάδιο είναι να καθοριστούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι. Θέλουμε να έχουμε αλεπούδες για να ελέγξουμε τα ποντίκια ή θέλουμε να περιορίσουμε τις αλεπούδες γιατί υπάρχει υπερπληθυσμός που επιδρά δυσμενώς στους πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας του φασιανού, του λαγού και άλλων ειδών. Ανάλογα με το στόχο επιλέγουμε τα μέσα με τα οποία θα τον επιτύχουμε.

Δυστυχώς όμως η ευρωπαϊκή και η εθνική νομοθεσία δεν επιτρέπει τον έλεγχο της αλεπούς με άλλα μέσα πλην του κυνηγίου της,  με αποτέλεσμα να μην μπορεί ένας διαχειριστής να αντιμετωπίσει ενδεχόμενα προβλήματα που θα προκύψουν από τον υπερπληθυσμό του είδους. Έτσι ωθείται ο κάθε πολίτης που αντιμετωπίζει πρόβλημα – έμμεσο ή άμεσο – να αναλάβει πρωτοβουλίες που πολλές φορές οδηγούν σε ακραίες καταστάσεις, όπως ανεξέλεγκτη τοποθέτηση δηλητηριασμένων δολωμάτων με δυσμενείς επιπτώσεις στην άγρια πανίδα (αρκούδες, λύκους, πτωματοφάγα πτηνά κ.λπ) και τους σκύλους εργασίας (ποιμενικούς, κυνηγετικούς κ.λπ.).

Η αλεπού εμφανίστηκε στη γη πριν από 400.000 χρόνια, περίπου, και αποτελούσε, πιθανώς, σημαντικό θήραμα για τους κυνηγούς της νεολιθικής εποχής. Στο τελευταίο μισό του 19ου αιώνα εισήχθη σε πολλές περιοχές κυρίως με σκοπό το κυνήγι της. Τη συναντάμε  σχεδόν παντού στο Βόρειο Ημισφαίριο. Από τη Βρετανία εισήχθη στις ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα του 18ου αιώνα απ’ όπου εξαπλώθηκε δυτικότερα, ενώ γύρω στα 1850 εισήχθη και στην Αυστραλία.

Ιδιαίτερα προσαρμοστικό είδος, χωρίς πολλές απαιτήσεις, μπόρεσε να εξαπλωθεί και να επιβιώσει σχεδόν σε όλους τους τύπους βιοτόπων. Αφθονεί σε περιοχές με ποικιλία και εναλλαγές μικροπεριβαλλόντων (θαμνότοποι, λιβάδια, δάση κ.λ.π.) πού προσφέρουν τροφή και κάλυψη.

Οι αλεπούδες ζουν σε ομάδες που μοιράζονται μία περιοχή. Σε περιοχές πλούσιες σε τροφή, με πυκνούς πληθυσμούς, τα θηλυκά αλεπουδάκια της προηγούμενης γέννας μοιράζονται την ίδια περιοχή με τους γονείς τους.  Ο αριθμός αυτών των μικρών θηλυκών μπορεί να φτάσει τα έξι αλλά το συνηθέστερο είναι ένα με  δύο. Αυτά τα επιπλέον θηλυκά βοηθούν στην ανατροφή των φετινών μικρών του κυρίαρχου θηλυκού. Έτσι παρατηρήθηκε λ.χ. ότι αυτά τα θηλυκά προφυλάσσουν τα μικρά από κινδύνους, φροντίζουν για την μετάδοση εμπειριών και παίζουν μαζί τους.

Το μέγεθος της περιοχής της αλεπούς (χωροκράτεια) ποικίλει ανάλογα με τον τύπο του περιβάλλοντος. Σε λοφώδεις περιοχές με λίγη τροφή η έκταση της επικράτειας φτάνει τα 40.000 στρέμματα, ενώ σε αγροτικές περιοχές μπορεί να περιοριστεί στα 200 στρέμματα. Από παρατηρήσεις προκύπτει ότι η μέση έκταση μιας επικράτειας αλεπούς κυμαίνεται από 450 έως 1500 στρέμματα. Η περιοχή κάθε ομάδας αλεπούδων δεν χρησιμοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο. Ένα κομμάτι της χρησιμεύει για την αναζήτηση της τροφής, ενώ κάποιο άλλο χρησιμοποιείται ως διάδρομος για τις μετακινήσεις των ζώων.

Οι επικράτειες οριοθετούνται με ούρα και κόπρανα που αποτίθενται  σε εμφανή σημεία (πέτρες, πρέμνα δέντρων κ.λ.π) περίπου στο ύψος της μύτης και δεν παραβιάζονται από ανταγωνιστές. Ούρα αφήνονται και στα μονοπάτια σε ποσότητες ανάλογες με τη συχνότητα μετακίνησης των ζώων. Ο αριθμός των σημαδιών αυξάνεται στο κέντρο της επικράτειας, ενώ μειώνεται προς την περιφέρειά της. Επίσης οι αλεπούδες μπορεί να αφήνουν ούρα σε υπολείμματα τροφής που δεν μπορεί να καταναλωθεί και σε τρύπες που δεν βρέθηκε τροφή ώστε να μη «σπαταλούν» χρόνο για να ψάχνουν τα ίδια μέρη.

Οι αλεπούδες υπερασπίζονται την περιοχή τους και δεν επιτρέπουν την είσοδο άλλων. Όταν κάποιος «παρείσακτος» εισβάλλει σε ξένη χωροκράτεια και γίνει αντιληπτός, συνήθως ακολουθεί μάχη. Οι αλεπούδες σηκώνονται, στηριζόμενες στα πίσω πόδια, και χτυπούν τους ώμους και το στήθος του αντιπάλου, ενώ με ανοιχτό το στόμα προσπαθούν να τον φοβίσουν. Οι μάχες εκδηλώνονται κυρίως μεταξύ νεαρών και ιδίου φύλλου ατόμων και διαρκούν ως την αποχώρηση του ηττημένου.

Όπως τα περισσότερα ζώα που σχηματίζουν ομάδες έτσι και οι αλεπούδες έχουν αναπτύξει κοινωνική οργάνωση και τρόπους επικοινωνίας. Μεγάλη ποικιλία στάσεων του σώματος και του κεφαλιού χρησιμοποιούνται και αποτελούν το «λεξιλόγιο» για την επικοινωνία μεταξύ τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο εκδηλώνουν κυριαρχία, προειδοποιούν για επερχόμενους κινδύνους, ενημερώνουν για πηγές τροφής κ.λπ. Άλλος τρόπος επικοινωνίας είναι οι φωνές. Ερευνητές έχουν προσδιορίσει  28 ομάδες ήχων που χρησιμεύουν για την επικοινωνία και ποικίλουν από εποχή σε εποχή.

Τα νεαρά αλεπουδάκια διασκορπίζονται σε ηλικία 6 – 12 μηνών. Αν και γενικά δεν απομακρύνονται από την περιοχή που γεννήθηκαν, στις ΗΠΑ διαπιστώθηκε ότι μπορούν  να μετακινηθούν έως και 300 χιλιόμετρα, ενώ στην Ευρώπη βρέθηκε ότι  μετακινούνται έως 100 χιλιόμετρα. Το χρονικό διάστημα, δε,  που διαρκούν οι «βόλτες» τους ποικίλλει από μερικές μέρες έως και λίγους μήνες.

Η αλεπού είναι είδος που κινείται κυρίως τη νύχτα, το σούρουπο και το ξημέρωμα. Οι ημερήσιες μετακινήσεις της  εξαρτώνται από τον βαθμό ενόχλησης που δέχεται. Το καλοκαίρι μπορεί να μείνει δραστήρια αρκετή ώρα μετά το χάραμα, ιδιαίτερα αν τα θηλυκά προσπαθούν να ταϊσουν τα μικρά. Σε γεωργικές περιοχές δραστηριοποιούνται κυρίως μετά τα μεσάνυχτα, χωρίς αυτό να αποτελεί και κανόνα, διότι δεν είναι περίεργο να δει κάποιος μέρα μεσημέρι αλεπού στο κέντρο ενός χωριού ή μιας μικρής πόλης.

Οι δραστηριότητές της ποικίλουν και επηρεάζονται άμεσα από τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες. Τις κρύες νύχτες μειώνονται οι μετακινήσεις, ενώ αντίθετα τις θερμές και υγρές νύχτες εξασφαλίζονται όλες οι προϋποθέσεις για ένα επιτυχημένο κυνήγι.

Οι τρόποι κυνηγίου και η συμπεριφορά της αλεπούς απέναντι σε κάθε θήραμα διαφέρουν. Και τούτο διότι οι τροφικές της  προτιμήσεις ποικίλουν ανάλογα με την εποχή και τα διαθέσιμα τροφής. Μπορεί να καταναλώσει καρπούς, ψοφίμια, μικρά θηλαστικά , πουλιά, σκουλήκια, έντομα κ.λπ., ενώ παρουσιάζει μεγάλη προσαρμοστικότητα σε νέες πηγές τροφής (σκουπιδότοπους, απελευθερούμενα θηράματα κ.λπ) και αλλαγές ενδιαιτημάτων (μετά από πυρκαγιές, εκχερσώσεις κ.λπ) . Τα σκουλήκια, κάποιες εποχές,  εξασφαλίζουν πάνω από το 60% των θερμιδικών απαιτήσεών της. Αφού εντοπίσει κάποιο σκουλήκι με την ακοή της, η οποία είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη, το συλλαμβάνει με τα μπροστινά της δόντια και στη συνέχεια το τραβά από την τρύπα του με αργές κινήσεις του κεφαλιού της.

Η αλεπού επίσης μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα αρπακτικότητας σε αποικίες πουλιών, όπως είναι οι γλάροι. Χαρακτηριστικά ένας ερευνητής αναφέρει ότι σε περιοχή της Βρετανίας μέσα σε μία μόνο αναπαραγωγική περίοδο σκοτώθηκαν 800 γλάροι από τις τέσσερις αλεπούδες που ζούσαν εκεί και μάλιστα οι 240 απ’ αυτούς σε μία μόνο νύχτα.

Σε  αγροτική  περιοχή του Bristol   εκτιμήθηκε ότι το 0,7% των γατών και το 7% άλλων κατοικίδιων σκοτώνονταν ετησίως από αλεπούδες, των οποίων η πυκνότητα ήταν αρκετά υψηλή. Σημαντική, επίσης, πηγή τροφής αποτελούν τα εδαφόβια πουλιά, τα τρωκτικά και άλλα μικρά θηλαστικά, όπως ο λαγός. Πολλοί ερευνητές έχουν επισημάνει ότι η επίδραση της αλεπούς στους πληθυσμούς θηραματικών ειδών  είναι σημαντική. Οι πεδινές πέρδικες είναι ευάλωτες κατά τη διάρκεια της επώασης των αβγών τους, οι πληθυσμοί των  φασιανών δέχονται μεγάλη πίεση και συρρικνώνονται, οι λαγοί αποτελούν τμήμα του διαιτολογίου της κάποιες εποχές του έτους, ενώ για τα νεαρά ζαρκάδια η αλεπού, αποτελεί διαρκή απειλή.  Όσο για τα οικόσιτα ζώα (περιστέρια, κότες κ.λπ), η αλεπού μπορεί να σκοτώσει μεγάλους αριθμούς τους και να τα εγκαταλείψει χωρίς να τα καταναλώσει.

Κατά συνέπεια είναι βέβαιο ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα προσαρμοστικό ζώο που μπορεί να εποικίσει μεγάλη ποικιλία βιοτόπων, να δημιουργήσει προβλήματα σε πτηνά και μικρά θηλαστικά, παράλληλα δε να περιορίσει τους πληθυσμούς των τρωκτικών. Κάθε συγκεκριμένη συγκυρία πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά και να λαμβάνονται αποφάσεις μετά από ενημέρωση και συμφωνία των εμπλεκόμενων φορέων (Υπουργείο Γεωργίας, αγρότες, κτηνοτρόφοι, κυνηγοί κ.α), ώστε αν διαπιστωθεί ότι χρειάζεται έλεγχος του πληθυσμού της αλεπούς, να βρεθεί ένας παραδεκτός και νόμιμος τρόπος άσκησής του που δεν θα οδηγεί σε ακραίες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.


About the Author



Back to Top ↑