πεδινη περδικα perdikes1

Published on June 24th, 2014 | by Kynoclub

0

Οι καμπίσιες στο γύρισμα των εποχών!

Κείμενο: Δρ. Χρήστος ΘΩΜΑΪΔΗΣ

Ορνιθολόγος-θηραματολόγος

Επίκουρος Καθηγητής ΤΕΙ Λαμίας

Ας δούμε για λίγο τη χρυσή εποχή, τότε που η πέρδικα ήταν η βασίλισσα των κάμπων της Ευρώπης. Από το Μεσαίωνα ακόμη, η πέρδικα προσφερόταν σαν θήραμα για ιερακοθηρία, δηλαδή το κυνήγι με γυμνασμένα γεράκια. Με την εμφάνιση των πυροβόλων όπλων, άλλαξε η μορφή του κυνηγιού. Ο κυνηγός χρησιμοποιούσε εμπροσθογεμές όπλο και σκύλο φέρμας για να εντοπίσει τις πέρδικες. Μετά την περίοδο 1870-1890 και την τελειοποίηση των οπισθογεμών όπλων, άλλαξε και πάλι ο τρόπος, κυρίως στους κύκλους των ευγενών και των εύπορων γαιοκτημόνων. Οι κυνηγοί παρατάσσονται σε μια σειρά και παγανιστές ξεσήκωναν και έδιωχναν τα πουλιά, ώστε να περάσουν πετώντας πάνω από τα «ντουφέκια».

Η πυκνότητα των πληθυσμών της πέρδικας ήταν μεγάλη, ιδίως μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Σε μερικά αγροκτήματα της Αγγλίας έφθαναν τα 190-580 πουλιά/ τετρ.χλμ. Οι ημερήσιες καρπώσεις έφθαναν τις αρκετές εκατοντάδες.

Στο αγρόκτημα του Λόρδου Λοντεσπμόρο στο Γιόρκσάιρ, χτυπήθηκαν 1540 πουλιά σε 4 ημέρες κυνηγιού, το 1884. Η μέγιστη καταγεγραμμένη ημερήσια κάρπωση στην Αγγλία ήταν 2070 πουλιά (1952). Στην Τσεχοσλοβακία, τον 19ο αιώνα η κάρπωση έφθασε τα 4000 πουλιά σε μια μέρα.

Στα αγροκτήματα των ευγενών και ευπόρων γαιοκτημόνων, ημερήσιες και ετήσιες καρπώσεις καταγράφονται με κάθε λεπτομέρεια – είχαν από τότε ΑΡΤΕΜΙΣ. Αυτό διότι ο αριθμός των πουλιών αντικατόπτριζε το επίπεδο διαχείρισης του αγροκτήματος, και οι διακυμάνσεις, τις επιδράσεις του φυσικού περιβάλλοντος στους πληθυσμούς των πουλιών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της χρυσής εκείνης εποχής ήταν ο Άγγλος Λόρδος ντε Γκρέυ (Μαρκήσιος του Ρίπον), και αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτόν. Την εποχή εκείνη οι ευγενείς παράγγελναν τα δίκαννα όπλα τους σε ζεύγη στους ξακουστούς οπλουργούς του Λονδίνου. Χρησιμοποιούσαν ένα βοηθό ο οποίος, ενώ ο κυνηγός έριχνε, αυτός γέμιζε το δεύτερο όπλο, έπαιρνε το άδειο, γέμιζε πάλι, κλπ. Ο Λόρδος ντε Γκρέυ παράγγελνε τα όπλα του σε τριάδα από το φημισμένο οίκο Πύρντευ (Purdey), και μάλιστα με κοκόρια (εξώσφυρα). Χρησιμοποιούσε δύο βοηθούς για γεμιστές. Ήταν εξαιρετικός σκοπευτής – λέγεται ότι σε μια φάση είχε 5 πουλιά χτυπημένα στον αέρα, πριν πέσουν στο έδαφος. Το προσωπικό του ρεκόρ  ήταν 300 πέρδικες σε μια μέρα. Κατά την διάρκεια της ζωής του είχε χτυπήσει 556.813 θηράματα. Πέθανε το 1923 από καρδιακή ανακοπή σε κυνήγι μπεκατσινιού στη Σκοτία.

Παγκόσμια μείωση…

Οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας υπέστησαν σημαντική μείωση, κυρίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μείωση αυτή ήταν μεγαλύτερη στην Ευρασία, και μικρότερη στην Αμερική. Αιτία ήταν οι μεγάλες μεταβολές που συντελέσθηκαν στον τομέα της γεωργία. Τα διάφορα γεωργικά φάρμακα, σε συνδυασμό με την υποβάθμιση του αγροτικού τοπίου ήταν οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν στο αποτέλεσμα αυτό.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι ετήσιες καρπώσεις στη Βρετανία έφθαναν τα 2 εκατομμύρια πέρδικες, στη Γαλλία τα 4 εκ., στην Τσεχοσλοβακία τα 2,4 εκ. και στην Ουγγαρία το 1,3 εκ. Μετά το πόλεμο, η μείωση  έφθανε το 50-80% σε ορισμένες χώρες, και σε μερικές από αυτές αυτό σήμαινε ολική απαγόρευση του κυνηγιού της πέρδικας. Στη Βρετανία, η κάρπωση έπεσε στο 1 εκ. πέρδικες, στη Γαλλία στα 2,2 εκ., ενώ στην Ουγγαρία και στη Τσεχοσλοβακία αναγκάσθηκαν να απαγορεύσουν εντελώς το κυνήγι του είδους αυτού. Υπολογίζεται ότι συνολικά πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η ετήσια κάρπωση στην Ευρασία ήταν 18,5 εκ. πουλιά, ενώ μετά έπεσε μόλις στα 3,8 εκ. Στις Η.Π.Α πριν το Πόλεμο, η κάρπωση ανερχόταν σε 1,1 εκ. πέρδικες ετησίως, ενώ μετά υπήρξε μείωση κατά 30% περίπου. Ο Καναδάς παρέμεινε σχεδόν ανεπηρέαστος, με ετήσια κάρπωση 200 χιλ. Πέρδικες περίπου.

perdikes2

Η χρήση των φαρμάκων άρχισε την δεκαετία του 1950 και κατά το διάστημα 1955-1975, εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη, παρ’ όλο που σε μερικές περιοχές της Γαλλίας, η χρήση τους άρχισε μόλις το 1970. Οι δύο κατηγορίες φαρμάκων που θεωρούνται υπεύθυνες για την μείωση, είναι τα εντομοκτόνα και τα ζιζανιοκτόνα. Τα πρώτα, είναι υπεύθυνα απ’ ευθείας για τη μείωση της εντομοπανίδας, και για είδη που ήταν σημαντικά στην διατροφή των νεοσσών της πέρδικας, μέχρι την ηλικία των 6 εβδομάδων. Τα ζιζανιοκτόνα είχαν έμμεση επίδραση, διότι μείωναν τα ζιζάνια, που όμως αποτελούσαν τα ενδιαίτημα πολλών ειδών εντόμων, που περιλαμβάνονταν στο διαιτολόγιο των νεοσσών. Ακόμη, η μείωση της πυκνότητα των ζιζανίων, εμπόδιζε την εξάπλωση και διασπορά κάποιων εντόμων με μειωμένες ικανότητες πτήσης. Αυτό είχε και σαν συνέπεια την άνιση κατανομή των εντόμων, με αποτέλεσμα οι οικογένειες με νεοσσούς να καταναλίσκουν περισσότερη ενέργεια για την εξεύρεση της τροφής.

Ο Δρ. Πότς, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, πρώτος επεσήμανε την αρνητική επίδραση των γεωργικών φαρμάκων στην εντομοπανίδα, και κατ’ επέκταση στην επιβίωση των νεοσσών, με μετρήσεις σε συγκεκριμένες ομάδες εντόμων. Η θνησιμότητα των νεοσσών από ο 1903 μέχρι το 1952 στην Βρετανία και την Ευρώπη κυμαίνονται από 29-33%. Την περίοδο 1953-1961 το ποσοστό αυξήθηκε στο 37-50%, ενώ για την περίοδο 1962-1985 έφθασε το 51-67% στην Βρετανία, και το 45% περίπου στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ακόμη, από τη χρήση των ζιζανιοκτόνων, επήλθε σημαντική αλλαγή στη σύνθεση της χλωρίδας των ζιζανίων. Ορισμένα είδη αποτελούν σημαντική πηγή τροφής, τόσο για τους νεοσσούς, όσο και για τις ενήλικες πέρδικες.

Η άμεση επίδραση των φυτοφαρμάκων στην πέρδικα δεν είναι πάντα εμφανής. Είναι σχετικά λίγες οι περιπτώσεις απ’ ευθείας θανάτων από φυτοφάρμακα, αλλά αυτό δεν αποκλείει έμμεσες παρενέργειες στον οργανισμό, που τις καθιστούν ίσως περισσότερο ευάλωτες σε αρπακτικά ή ασθένειες. Σε εργαστηριακά πειράματα, ορισμένα ζιζανιοκτόνα προκαλούσαν μείωση της ωοπαραγωγής ή αποδείχθηκαν θανατηφόρα για τα έμβρυα, αν τα αυγά ψεκάζονταν με αυτά.

Πέρα από τα φυτοφάρμακα, οι διαρθρωτικές αλλαγές που επήλθαν στη γεωργία, άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα των αγροτικών οικοσυστημάτων.

Χάθηκε η ποικιλία των καλλιεργειών και τα μικρά χωράφια συγχωνεύθηκαν σε μεγαλύτερα με επακόλουθο την εξαφάνιση των φυσικών φραχτών, φυσικών συνόρων και τεμαχίων φυσικής βλάστησης ανάμεσά τους. Η εκμηχάνιση της γεωργίας και οι οικονομική αποδοτικότητα οδήγησαν σε εξειδίκευση της παραγωγής, μονοκαλλιέργεια, και αύξηση του μεγέθους των χωραφιών. Η χρήση γεωργικών μηχανημάτων επιτάχυνε τον θερισμό, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν εναλλακτικές θέσεις κάλυψης σε γειτονικά αγροτεμάχια. Έρευνες απόδειξαν ότι η πυκνότητα του πληθυσμού των ενηλίκων (γεννητόρων) εξαρτάται από την διαθεσιμότητα και κατανομή θέσεων κάλυψης (φυσικών φραχτών, μη καλλιεργήσιμων σημείων), και επηρεάζεται αρνητικά από την αύξηση του μεγέθους των αγροτεμαχίων. Η αύξησή του μεγέθους των χωραφιών, μείωσε το φαινόμενο των κρασπεδικών βιοτόπων («άκρης»). Όλα τα παραπάνω μείωσαν τις θέσεις φωλεοποίησης και τις θέσεις για κοπάδια.

perdikes

Τότε και τώρα…

Στο παρελθόν, όταν η γεωργία ήταν πιο οικολογική, η διαχείριση συνίστατο κυρίως στην ελαχιστικοποίηση της επίδρασης των αρπακτικών πάνω στην πέρδικα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μ. Βρετανίας, όπου μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρχαν 25.000 θηροφύλακες στα μεγάλα αγροκτήματα, επιφορτιζόμενοι την φροντίδα των θηραμάτων και τον έλεγχο των αρπακτικών. Ηταν τόσο απηνής η δίωξη των αρπάγων, που μερικά από τα είδη αυτά έφθασαν κοντά στην εξαφάνιση.

Η στενή παρακολούθηση της πορείας των θηραμάτων ήταν η άλλη μέθοδος που ακολουθούνταν. Χαρακτηριστική επίσης ήταν η μέθοδος Γιούστον που συνίστατο στο να παίρνονται τα αυγά από τις φωλιές όταν είχε αρχίσει η πέρδικα να κλωσά, και να αντικαθίστανται με ψεύτικα. Τα αυγά τοποθετούνταν για εκκόλαψη σε κότες-νανάκια και λίγο πριν να εκκολαφθούν, επιστρέφονταν πάλι στις φυσικές μητέρες. Ετσι προσπαθούσαν να ελαχιστοποιήσουν τις απώλειες από αρπακτικά και άλλους φυσικούς παράγοντες.

Σήμερα φυσικά,  που οι βιότοποι έχουν υποβαθμισθεί, χρειάζεται η επέμβαση του ανθρώπου πρώτιστα σε αυτόν τον τομέα. Με την αγρανάπαυση, τη δημιουργία φυσικών φρακτών και ειδικών χέρσων λωρίδων για την ανάπτυξη φυσικής βλάστησης γύρω από τα χωράφια, με τη τεχνητή εναλλαγή των καλλιεργειών (σπορές ειδικά για θηράματα), μπορεί ο βιότοπος να βελτιωθεί σημαντικά και να γίνει πιο φιλόξενος. Ο ψεκασμός με φυτοφάρμακα μπορεί να γίνεται 5-6 μέτρα από την άκρη των χωραφιών, ώστε να υπάρχει μια αράντιστη ζώνη για να τρέφονται οι οικογένειες με μικρά περδικόπουλα. Ο έλεγχος αρπακτικών μπορεί και πρέπει να γίνεται με προσοχή, ώστε σπάνια είδη να προστατεύονται και η ποικιλομορφία της πανίδας να διαφυλάσσεται. Βέβαια, ποτέ δεν θα φθάσουμε στο χθές, αλλά θα υπάρχει μια ενδιάμεση, και σαφώς καλύτερη, κατάσταση.

Η επιβίωση στην Ελλάδα

Η πεδινή πέρδικα αποτελούσε κοινό είδος στην Ελλάδα πριν την δεκαετία του 1960. Η γεωγραφική της κατανομή περιλάμβανε το μεγαλύτερο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας, πλην της Πελοποννήσου. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα έφθασε μέχρι την Αττική και τον Ισθμό της Κορίνθου. Τον 19ο αιώνα υπήρχε και η Ηπειρο, σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων περιηγητών. Σήμερα η γεωγραφική της κατανομή περιλαμβάνει τη Θράκη, Μακεδονία και Θεσσαλία, μέχρι την Ελασσόνα. Ζει συνήθως μέχρι  υψόμετρο 600μ περίπου, αλλά στο Ορος Μενοίκιο παρατηρήθηκε μικρός πληθυσμός στα 1300 μ. Ακραία περίπτωση είναι στο Ορος Γράμμος όπου ζουν σε υψόμετρο 2300μ.

Οι μετακινήσεις αυτές έγιναν μάλλον λόγω πίεσης από ανθρώπινες δραστηριότητες (μετά το 1981 στις Σέρρες).

Οι πληθυσμοί της πέρδικας άρχισαν να μειώνονται ραγδαία από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, λόγω των διαρθρωτικών αλλαγών στη γεωργία και στο αγροτικό τοπίο, και των φυτοφαρμάκων. Η χρήση στρυχνοσίταρου («κόκκινο σιτάρι») για τον έλεγχο των τρωκτικών στα τέλη της δεκαετίας του 1980, προκάλεσε μαζικούς θανάτους σε πολλές περιοχές και έδωσε ένα καίριο  πλήγμα στην πέρδικα.

Παρά τις απώλειες όμως, υπάρχουν ακόμη ικανοί πληθυσμοί πέρδικας στην χώρα μας, οπότε υπάρχει ελπίδα. Από μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1993-1994 με ερωτηματολόγια στα δασαρχεία όλης της χώρας, υπολογίσθηκε ότι η μέση πυκνότητα πληθυσμού ήταν 6-27 πουλιά/τετρ.χμ (0,8-3,6 ζευγάρια χ 7,7), ενώ σε περιοχές των Νομών Κοζάνης και Θεσσαλονίκης η πυκνότητα έφθανε τα 50-95 πουλιά/τετρ.χλμ. (6,5-12,5 ζευγάρια). Εξαιρετικές πυκνότητες καταγράφηκαν στην περιοχή Ωραιόκαστρου Θεσσαλονίκης την περίοδο 1989-1992, όπου οι πυκνότητες μετά το τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου έφθαναν τις 107-182 πέρδικες ανά τετρ. Χλμ.

Αντίστοιχα, οι πυκνότητες στη Γερμανία είναι 6-18 πέρδικες ανά τετρ.χλμ., στη Πολωνία 12-94, ενώ στη Γαλλία είναι κατά μέσο όρο 80 και σε μερικές περιοχές φθάνει τα 130-150 πουλιά ανά τετρ. Χλμ. Στην Αμερική κυμαίνεται από 2-15 πουλιά ανά τετρ. Χλμ. και σε μερικές περιοχές φθάνει τα 15-84, ενώ στον Καναδά φθάνουν τα 32-54 άτομα ανά τετρ. Χλμ.

perdika

Η πεδινή πέρδικα έχει αφεθεί στην τύχη της. Συγκαταλέγεται ακόμη στον Πίνακα Θηρεύσιμων Ειδών, αλλά το κυνήγι της έχει σταματήσει από το 1981. Παρά το καθεστώς πλήρους προστασίας εδώ και 14 χρόνια, οι πληθυσμοί της δεν έχουν αυξηθεί-το αντίθετο μάλιστα. Το κυνήγι λοιπόν δεν ευθύνεται για τη μείωσή της. Η μόνη προσπάθεια για αναπληθυσμό του είδους στην Ελλάδα, έγινε το 1987 με τη συνεργασία 5 κυνηγετικών συλλόγων (τριών αθηναϊκών, Θήβας και Κιάτου) Δυστυχώς οι πέρδικες δεν επιβίωσαν. Σήμερα γίνονται μεμονωμένες προσπάθειες μικρής κλίμακας από μερικές κυνηγετικές οργανώσεις, με πέρδικες ελληνικής προέλευσης.

Χρειάζεται να αναληφθεί μια οργανωμένη προσπάθεια σε βάθος χρόνου. Πρέπει να λειτουργήσει εκτροφείο που θα παράγει ικανό αριθμό περδικών για απελευθέρωση σε επιλεγμένα σημεία. Καλό θα ήταν οι απελευθερώσεις να άρχιζαν από περιοχές που προϋπήρχαν πέρδικες και σταδιακά να επεκταθούν σε περιοχές που έχουν και σήμερα πληθυσμούς. Οι προσπάθειες πρέπει να ξεκινήσουν από περιοχές που έχουν ήπια γεωργία (σιτηρά) και στη συνέχεια να επεκταθούν και στις υπόλοιπες περιοχές, όπου θα χρειαστούν επεμβάσεις βελτίωσης βιοτόπου.

Ας μη θεωρήσουμε την πεδινή πέρδικα χαμένο θήραμα, όπως μερικοί υποστηρίζουν. Μπορούμε  και πρέπει να την επαναφέρουμε. Της το οφείλουμε.

Τα αποσπάσματα χρησιμοποιήθηκαν επιλεκτικά, από ένα πολύ πλήρες και εκτεταμένο άρθρο του καθηγητή Χ. Θωμαίδη στην έκδοση ΠΑΝ-ΘΗΡΑΣ της ΣΤ΄ Κ.Ο.ΜΑ.Θ


About the Author



Back to Top ↑