κείμενο: Άγγελος Ποιμενίδης (1904-1968) Το ζαρκάδι και το κυνήγι του - KynoClub.gr

ζαρκαδι

Published on November 14th, 2016 | by Kynoclub

0

Το ζαρκάδι και το κυνήγι του

κείμενο: Άγγελος Ποιμενίδης (1904-1968)

φωτο: Ν. Φωτακόπουλος

πίνακες: Andrea Mazzoli

Δεν υπάρχει ωραιότερο και πιο χαριτωμένο θήραμα από το παρθενικό ζαρκάδι. Η πέρδικα μπορεί νάναι στηθάτη, κοκκινομύτα, πλουμιστή, τραγουδίστρα, σβελτονειά και να μη διαψεύδει τον λόγο των τραγουδιών που της ριμάρισεν ο ποιητής ή ο λαός στα τραγούδια του.

Για μας όμως τους κυνηγούς, ή ποιητική τρυφεράδα της είναι σατανικό τέντωμα των νεύρων και παράλυση των γονάτων μας σαν την κυνηγάμε λαχανιασμένοι και νευριασμένοι από το διαβολικό της ξετίναγμα, και τις αποκαρδιωτικές μας αστοχίες.

Ο λαγός πάλι, σου εμπνέει μιαν αποστροφή με το αναπάντεχο ξετίναγμα ή με το ηλίθιο κουβάλημα που σου το παρασκευάζει ένας λυσσαλέος καταποδιαστής λαγόσκυλος. Και το γουρούνι μιαν ανατριχίλα και ένα κρυερό δέος σαν εκείνο του στοιχείου και του βρυκόλακα της νύχτας.

Το ζαρκάδι όμως, και για πρώτη φορά ακόμα όταν τ’ αντικρίσεις στα άγρια βουνά, σε χαϊδεύει με την ημεράδα του και σε αφοπλίζει με την ομορφιά του. Θα σου παρουσιασθεί θαρρείς γελαστό σαν τρυφερό πλασματάκι, που έρχεται να σε φιλήσει. Θα το ερωτευθείς αστραπιαία και Θα γονατίσεις για να προσευχηθείς.

Δεν είναι θήραμα που σε νευριάζει και χάσμα εχθρότητας και πολέμου δεν σε χωρίζει απ’ αυτό. Σου παραδίδεται με ταπεινοσύνη, δίχως να τραντάξει τους χτύπους της καρδιάς σου όπως μια διαβολοπέρδικα.

zarkadi4

Τα θηλυκά ζαρκάδια

Δεν ξέρω ποιος είναι ο λόγος της αδυναμίας που προσωπικά έχω με το θηλυκό ζαρκάδι. Αυτό συμπαθώ και αυτό θεωρώ χρυσή ομορφιά και γλυκό καμάρι. Ενώ είναι κολοβό από κέρατα, εν τούτοις είναι πιο χαριτωμένο από ένα τραγί ζαρκάδι με τα τρίχαλα κέρατά του. Η προβατίνα λ.χ. πάντα είναι ασχημότερη από ένα στριφτοκέρατο κριάρι. Στην ζαρκαδίνα όμως αυτό δεν συμβαίνει.

Το αστόλιστο κεφαλάκι της έχει απέριττη ομορφιά και το παίξιμο των αυτιών της δίνει πιο έντονη γοητεία από τα νεκρά κέρατα του αρσενικού συντρόφου της. Έπειτα το μάτι; Γλύκα, ικεσία.

Αυτός πάλι, ο τράγος είτε έχει τα τρίχαλα κέρατα του, γυμνά στην μεγαλύτερη ανάπτυξη τους, είτε μικρότερα και σκεπασμένα με δέρμα, όταν ξαναφυτρώνουν, είναι κάπως άχαρος σαν άντρας μαντραχαλάς. Και κολοβός αν είναι από κέρατα όταν τα ρίχνει, πάλι έχει κάτι το κρύο, μολονότι δύσκολα ξεχωρίζεται από τα θηλυκά από έναν που δεν καλοείδε και δεν καλογνώρισε τα ζαρκάδια. Σου φαίνεται πιο κοντός από τή ζαρκαδίνα και δεν σου αρέσει σαν άντρας. Έχει χοντρό σβέρκο και δεν έχει τον κοντυλένιο λαιμό της κυρίας του με την χαριτωμένη ευλυγισία του.

Από παστράδα και οι δυο τους είναι «μη μου άπτου». Δίχως «χάρτην καθαριότητος» και τούρκικο «απτές» ο ολόασπρος χώρος κάτω από την λαγίσια ουρά τους, είναι χιονάτος για επίδειξη και παράδειγμα. Σωματική λειτουργία θαρρείς δεν γίνεται εκεί. Δεν λέω και για το λαγό. Την ίδια παστράδα με τα ζαρκάδια συναγωνίζεται να έχει, μα δεν την καταφέρνει και πάντα υστερεί.

zarkadi

Οι ανάγκες του

Τα αγριόγιδα της πατρίδας μας, μπόρεσαν να διατηρηθούν στα απόκρημνα βουνά της Κρήτης και της Σαμοθράκης κα σε λίγα άλλα νησιά, γιατί είναι αγρίμια που σκαρφαλώνουν σα γουστερίτσες στα κατακόρυφα βράχια, εκεί μόνο που οι αετοί προσεγγίζουν. Το ζαρκάδι ξεπαστρεύτηκε από τα βουνά, γιατί δεν έχει τέτοια προσόντα ακροβατικά.

Μπορεί νάναι μηρυκαστικό, νάχει όμοια νύχια του αγριοκάτσικου, να πηδά και νάχει σβελτάδα παρόμοια με το αγριόγιδο, όμως είναι ντελικάτο και ανήμπορο για τέτοια διαβολοζωή. Το πετσί του είναι πλαδαρό σαν του λαγού και ξεσκίζεται, ενώ του αγριοκάτσικου το δέρμα είναι σκληρό σαν το γουρουνίσιο και δεν πληγώνεται εύκολα.

Αποφεύγει τους γκρεμνούς και τα κατσάβραχα, γι’ αυτό και εξοντώνεται. Έπειτα δεν τρώει μοναχά κλαδί όπως το αγριόγιδο. Θέλει σαν το πρόβατο και χορταράκι και λιβάδι και νερό κυλούμενο και όχι στεκάμενο σε κουφάλα βράχου βροχής.

Ακόμα, προτιμά τα πυκνά και σύθαμνα βουνά και όχι τα γυμνά κατσάβραχα, που το αγριοκάτσικο δεν απαρνιέται, γιατί έχει αισθητήρια αξιότερα από το ζαρκάδι. Βλέπειαάπό μίλια μακριά, μυρίζεται τέλεια, ακούει υπέροχα και αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο σαν καχύποπτο και σατανικό ζουλάπι και τον αποφεύγει δαιμονισμένα.

Το ζαρκάδι είναι πράο και μαλακό και μπορεί να το πλησιάσεις στο γιατάκι του όπως το λαγό. Μπορεί έτσι να σταθεί και να ζήσει σήμερα με τόσους σκύλους που διαθέτουμε και σε βουνά, που τα καταντήσαμε με τις οδοποιίες, τις πυρκαϊές και υλοτομίες, βουλεβάρτα;

Καλά που εδώ στη Θράκη έχουμε μέρη ακατοίκητα σε αποστάσεις 20 και 30 χιλιομέτρων και δεν πολυσυχνάζονται από κόσμο εκτός από τους βλάχους. Γι’ αυτό τα διατηρήσαμε σε αρκετά μεγάλο αριθμό και θα τα αποχαιρετήσουμε εμείς τελευταίοι.

Το ζαρκάδι, όχι από αφέλεια και χαζομάρα, παρά από οργανική ατέλεια, γεννάει το ένα ή τα δυο ζαρκαδόπουλα – νεβρούς – σε κάποια πλαγιά, του δάσους, εκεί που περνούν λύκοι, αλεπές, τσακάλια, σκύλοι, βοσκοί, ξυλάδες. Να τρυπώσει σ’ ένα θάμνο, μια βατσινιά, δεν μπορεί, ούτε σε κουφάλα χώνεται, ούτε σε τρύπα γεννά.

Σε περπατούμενα μέρη δυστυχώς γεννά και το χειρότερο ότι τα μικρά της ζαρκαδίνας δεν είναι ικανά να βαδίζουν αμέσως πριν δυναμώσουν τα ποδαράκια τους. Τα ψευτοσκεπάζει με λίγα φύλλα και γυρνά εκεί γύρω η μάνα για να τα βυζαίνει. Αν πεινάσουν πάλι τα έρημα – και πάντα πει νουν Τα μωρά – κλαίνε και βελάζουν, οπότε προδίδονται.

Κανένα θήραμα, δεν είναι εύκολο να πιάσεις ζωντανό όσο το ζαρκάδι και αυτό βέβαια όταν είναι μικρά. Γι’ αυτό άλλοτες, κάθε άνοιξη γέμιζαν τα χωριά από ζαρκαδάκια που μάζευαν τα χωριατόπουλα, και οι ξυλάδες από τα βουνά. Γι’ αυτό και τα δασαρχεία και οι αστυνομίες και τα φυλάκια είχαν ζαρκάδια.

Εύκολη, πολύ εύκολη λεία. Παράγγειλε σ’ έναν σαρακατσάνο ένα ζαρκαδάκι και θα τα έχεις την ίδια μέρα, αν δεν υπάρχει ο φόβος της τιμωρίας. Τα λαγουδάκια που είναι δέκα χιλιάδες φορές περισσότερα από τα ζαρκαδόπουλα και σε πιο ανοιχτά μέρη της γης, δυσκολότερα βρίσκονται και πιάνονται.

Πως μπορεί τότε να προκόψουν. Ο άνθρωπος τα έχει έτσι εύκολα στα χέρια του, τα τσακάλια και οι λύκοι, λέτε πως πιο δύσκολα από μας τα βάνουν στα δόντια τους;

zarkadi1

Εκλεκτό έδεσμα

Το κρέας του ζαρκαδιού είναι όλο ψαχνό, σαν του λαγού. Στα πισινά μπούτια και τα μπροστινά βρίσκεται συγκεντρωμένο. Επειτα κάμποσο στο λαιμό και κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης. στα πλευρά και στην κοιλιά, δε θα βρεις κρέας. Φανάοι είναι τα πλευρά και κόκκαλο τα πόδια.

Ελάχιστα ζαρκάδια έχουν λίγο πάχος κάτω από το δέρμα και περισσότερο μέσα στα σπλάγχνα. Ένας μεγάλος λαγός είναι το ζαρκάδι, με κρέας νοστιμότερο βέβαια και τρυφερό, δεν αποκλείεται και κρέας ζαρκαδιού σκληρό και δυσάρεστο όταν είναι το ζώο μεγάλης ηλικίας.

Νοστιμάδα εξαιρετική ή μοναδική, όπως λένε μερικοί, δεν έχει. Σαν κρέας θηράματος έχει την ανάλογη νοστιμιά του όταν μαγειρευτεί από γαργαντούα μάγειρα, μα αυτοί, θα πεις και τις βρωμομπάλιτζες και τα καλλιμάνια και τα κοράκια σου τα μαγειρεύουν και σου τα παρουσιάζουν σαν το μάννα. Το ζαρκαδίσιο δύσκολα τους είναι να το λουκουλικέψουν;

Στη σούβλα ψήνουν τα ζαρκάδια οι ξωμάχοι βλάχοι, τσομπαναρέοι και ξυλάδες που κουβαλούν νύχτα μέρα μαζί τους τα πολεμικά. Μα ο οβελίας τους φαρμάκι θάναι, γιατί από τη μια μεριά, το ζαρκάδι όπως και ο λαγός ξηραίνονται στην σούβλα και γίνονται στουπί και από την άλλη κομπιάζονται, γιατί όσο και αν είναι παλικάρια, ο ανύπαρκτος φόβος τους χαλά την όρεξη.

Γδέρνεται πολύ εύκολα το ζαρκάδι. Πολύ ευκολότερα από το λαγό και το δέρμα του είναι βαρύ αναλόγως με το κρέας του, εξαιτίας της πυκνής και βαρείας τρίχας του ζώου. Ένα τρυφερό ζαρκαδάκι μπορεί να έχει κρέας πεντέξη οκάδες. Μια ζαρκαδίνα 8-12 και ένα τραγί μπορεί να φτάσει τις 18 οκάδες.

zarkadi3

Τα κέρατα…

ΣΥΝΗΘΙΖΑΝ στα παλιά χρόνια, που επιτρεπόταν το κυνήγι του ζαρκαδιού, του «καρατζά», όπως λέγεται τούρκικα από τα μαυριδερά μάτια και τη μελαψή τρίχα της ράχης – να κρατάνε οι μερακλήδες κυνηγοί σαν έπαθλα. Τα κέρατα του ζαρκάδι ου και το δέρμα του, χρησιμοποιώντας το για χαλί μπροστά στο τζάκι ή σαν υποπόδιο στα ντιβάνια.

Πράγματι, ωραία είναι τα έπαθλα αυτά και πρέπουν για στολίδι ενός κυνηγικού δωματίου, αν ό κυνηγός είναι άνθρωπος με γούστο και μεράκια.

Τα κέρατα του ζαρκάδι ου πρέπει να κοπούν με πριόνι με όλο το καύκαλο του μετώπου και όχι ένα – ένα χωριστά, γιατί δεν συγκρατιούνται στο κρέμασμα και το ένα θα βλέπει την ανατολή και το άλλο τη δύση και δεν θάχουν την φυσική τους θέση.

Καλό είναι να καρφωθούν σε στρογγυλή βάση από ξύλο καρυδιάς, με ένα κρίκο για κρεμάστρα και να καρφωθούν στον τοίχο. Για γραφείου πεννοστάτη δεν κάμνουν παρά για τους ράφτες. Οι παλιοί αμπατζήδες που έραβαν τα χοντρά σαγιάκια για πουτούρια, χρησιμοποιούσαν το κορυφαίο δίχαλο των κεράτων του ζαρκαδιού για τρυπητήρι του αμπά για να περνούν τα συρματένια εκείνα κουμπιά, που χάθηκαν από τον κόσμο, όπως θα χαθούν και τα ζαρκάδια.

-Αν τύχει και είναι τα κέρατα σκεπασμένα με το τριχωτό δέρμα – Ιανουάριος, Φεβρουάριος – τότε το έπαιθλο είναι πιο ωραίο και πιο καλά δείχνει. Πρέπει όμως να φροντίζουμε να τα πασπαλίζουμε με ναφθαλίνη ή ντι ντι τι, για να μην τα ψαλιδίζουν τα έντομα που τρώνε το μαλλί.

Οταν έλειπαν από τον κόσμο οι κούρσες και οι κάντιλακ και αφεντάδες του καιρού εκείνου διατηρούσαν θυμοειδή άτια ή ψαράτες φοράδες, έκαμναν και καμουτσίκια χρησιμοποιώντας το μπροστινό ποδάρι του ζαρκαδιού για λαβή του καμουτσικιού, προσαρμόζοντας στο κόκκαλό τους – τον καρπό του αποξηραμένου άκρου του ζαρκαδιού – το στριφτό βούνευρο. Μερικοί πριν ξηραθεί και κοκκαλιάσει το πόδι του ζαρκαδιού, το ελύγιζαν – ταρσό και μετατάρσιο και τα δυο νύχια – και του έδιναν σχήμα μπαστούνι του και πάνω στην αγκύλα αυτή, προσάρμοζαν την βέργα του μπαστουνιού.

Και λαβές μαχαιριών έκαμναν με τα πόδια του ζαρκαδιού, που στη λεπίδα τους κεντούσαν καρδιές, σταυρούς και «Αχ – Βαχ».

Ολόκληρο το κεφάλι του ζαρκαδιού να ταριχευτεί είναι υπέροχο στολίδι σε κυνηγετικό διαμέρισμα. Τέχνη όμως θέλει αυτό και τεχνίτη, που δεν είναι εύκολο να βρεις. Στην περίπτωση αυτή το κεφάλι του αρσενικού ζαρκαδιού με τα συμμετρικά κέρατα – συμμετρικά τα λέω σχετίζοντας τα προς τα ανοικονόμητα του ελαφιού – θα προτιμηθεί.

Και αυτό γίνεται, για να αποκατασταθεί μετά θάνατον η λεβεντιά του τράγου προς την ομορφιά της ζαρκαδίνας, που την έχει σαν γυναίκα στη ζωντάνια της, πράμα που συμβαίνει και στους ανθρώπους. Διότι οι Ερμήδες και Ηρακλήδες φιγουράρουν με επιβλητική μεγαλοπρέπεια, μολονότι οι Αφροδίτες τα ρίχνουν όλα κάτω και παραλύουν κάθε άλλη ψυχρή προτίμηση.

Η επεξεργασία του δέρματος

Το δέρμα του ζαρκαδιού είναι θαυμάσιο για στολίδι πατώματος. Έχει όμως τις αδυναμίες του. Μαδάει εύκολα και αν πατιέται, σπάνουν οι τρίχες σαν λεπτά ψαροκοκκαλάκια, γιατί δεν είναι μαλλί, παρά βελονίτσες κοκάλινες.

Η επεξεργασία του είναι ευκολότατη: Όταν το δέρμα είναι φρεσκογδαρμένο, το πασαλείβεις με μίγμα αλατιού και στύψης, στρώνεις επάνω πίτυρα για να κρατήσουν την υγρασία του δέρματος ώσπου ν’ αργαστεί το δέρμα, που το διπλώνεις με προσοχή να συμπέσει πόδι με πόδι και με στήθος. Το τυλίγεις σα δεματάκι με την τρίχα προς τα έξω και το αφήνεις έτσι πεντέξι μέρες.

Ύστερα, το ξετυλίγεις, πετάς τα πίτουρα, το τεζάρεις, σε μια σανιδένια πόρτα καρφώνοντας το γύρω – γύρω με καρφιά με το μαλλί προς το σανίδι και το ξύνεις με το μαλλί προς το σανίδι και το ξύνεις με μαχαίρι, βγάζοντας φλούδα – φλούδα τα κρέατα ξύγκια και αίματα. Έτσι το δέρμα θα ασπρίσει σα χαρτί, δεν θα μυρίζει και δεν θα λιγδώνει το πάτωμα.


About the Author



Back to Top ↑
  • Video της εβδομάδας